επαινοθήρας

επαινοθήρας
ο тот, кто гонится за похвалой

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "επαινοθήρας" в других словарях:

  • επαινοθήρας — ο αυτός που επιδιώκει επαίνους. [ΕΤΥΜΟΛ. < έπαινος + θήρας (< θήρα «κυνήγι», πρβλ. θεσι θήρας, προικο θήρας)] …   Dictionary of Greek

  • θήρα — I Νησί των Κυκλάδων. Βλ. λ. Σαντορίνη. Άποψη του γραφικού οικισμού Θήρα, με την πανοραμική θέα, στο ομώνυμο νησί των Κυκλάδων. II Κωμόπολη (υψόμ. 260 μ., 2.113 κάτ.) και πρωτεύουσα της Σαντορίνης. Είναι χτισμένη στα δυτικά παράλια του νησιού,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»